Μπαλέτο

Το μπαλέτο (ή μπαλλέτο, αλλά και κλασικός χορός) είναι είδος χορού, με καταγωγή από την Ιταλία του 15ου αιώνα, το οποίο αργότερα εξελίχθηκε στη σκηνική του μορφή, κυρίως στη Γαλλία και τη Ρωσία. Στην πρώιμη μορφή του απουσίαζε η χρήση σκηνικών και λάμβανε χώρα σε μεγάλες αίθουσες συναθροίσεων, όπου οι θεατές καταλάμβαναν τις θέσεις μπροστά και εκατέροθεν της σκηνής. Έκτοτε έχει εξελιχθεί σε είδος χορού υψηλών τεχνικών απαιτήσεων, με δική του ορολογία και δομική σύσταση. Η μουσική συνοδεία είναι κατά κύριο λόγο από το ρεπερτόριο της κλασικής μουσικής, ενώ πολλοί συνθέτες έχουν γράψει μουσική ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό. Το μπαλέτο διδάσκεται σε σχολές ανά τον κόσμο, σε καθεμία από τις οποίες εναποτίθενται στοιχεία του πολιτισμού και της ιδιοσυγκρασίας του κάθε λαού. Ο χορός αυτός καθεαυτός καθορίζεται στα βήματα και τις κινήσεις του, ως μέρος μιας διεργασίας που ονομάζεται χορογραφία, η οποία με τη σειρά της εκτελείται από επαγγελματίες του χώρου και περιλαμβάνει άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, όπως την ηθοποιία και τη μιμητική. Θεωρείται μία από τις πλέον υψηλόβαθμες τέχνες, που απαιτεί πολυετή εξάσκηση ώστε να φτάσει κανείς σε επαγγελματικό επίπεδο.

Στο «Μπαλέτο των Αστεριών» διδάσκεται το Ρώσικο σύστημα (Vaganova). Το Σύστημα Vaganova βοηθάει τον χορευτή να αναπτύξει ένα δυνατό κορμό, επιτυγχάνει την μυϊκή ευλυγισία και την επιμήκυνση της κίνησης, χαρίζει ένα υψηλό άλμα δίνοντας την ψευδαίσθηση της αιώρησης, συνδυάζοντας την δύναμη με την χάρη των χεριών τα οποία χέρια άλλες μέθοδοι δεν χρησιμοποιούν με τον ίδιο τρόπο! Η Τεχνική Vaganova δημιουργεί χορευτές οι οποίοι χρησιμοποιώντας χέρια, πόδια και κορμό σε τέλεια αρμονία (Cordination) διακρίνονται σε όλα τον κόσμο!

Τμήματα «Μπαλέτου των Αστεριών»

Το κάθε τμήμα είναι δύο χρόνια. Στον πρώτο χρόνο δίνονται οι βάσεις και στον δεύτερο χρόνο εξελίσσεται η χορευτικοτητα.

Νήπια : 3 έως 5 ετών

  • Ενδυνάμωση
  • Εξοικείωση με τον χώρο
  • Μουσικότητα
  • Μπαίνουν οι βάσεις για τις μετέπειτα ασκήσεις.

Πρώτη Μπαλέτου : 6 έως 8 ετών

  • Ξεκινάνε οι πρώτες ασκήσεις στην μπάρα, οι οποίες την δεύτερη χρονιά εξελίσσονται χορευτικά- τεχνικά

Δευτέρα Μπαλέτου : 9 έως 11 ετών

  • Εξελίσσονται οι ασκήσεις και γίνεται πιο εντατική δουλειά για την ενδυνάμωση των ποδιών ώστε να γίνει η κατάλληλη προετοιμασία στα 10 έτη (κλεισμένα) να μπουν πουεντ.

Τμήμα Ημι-προχωρημένων και Προχωρημένων :

Μεγαλώνει το κινησιολογικό λεξιλόγιο ώστε να μπορούν τα παιδιά να χορέψουν και να μπουν στο τμήμα του ρεπερτορίου.

Ρεπερτόριο :

Ρεπερτόριο είναι η ανάλυση των βημάτων από κλασικά έργα μπαλέτου. Διδάσκονται οι περισσότερες χορογραφίες από μεγάλα έργα (όπως «Λίμνη των Κύκνων», «Καρυοθραύστης» κτλ,) του μεγάλου Γάλλου χορογράφου Marius Petipa  (1818-1910), άρα τα βήματα είναι συγκεκριμένα. Τα παιδιά μαθαίνουν βήματα από το κάθε έργο καθώς και να ξεχωρίζουν την μουσική.

Η ιστορία του μπαλέτου 

Το μπαλέτο γεννήθηκε και αναπτύχθηκε ως ξεχωριστό είδος χορού στην Ιταλία, όσο παράξενο κι αν φαίνεται. Η ονομασία του προέρχεται από την ιταλική λέξη ballare (ballet), που σημαίνει «χορεύω».
Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα τέλη του 15ου αιώνα στην περίοδο της ιταλικής Αναγέννησης και αργότερα διαδόθηκε στην Γαλλία, όπου εξελίχθηκε ως χορευτικό είδος. Τον 17ο αιώνα, στην εποχή του Louis XIV, το μπαλέτο γνώρισε μεγάλη άνθιση, ως ψυχαγωγικό μέσο της Αυλής.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο το ότι οι πλειοψηφία της ορολογίας του χορού αποτελείται από γαλλικές λέξεις. Όλοι οι ρόλοι ερμηνεύονταν από άνδρες χορευτές, οι οποίοι μεταμφιέζονταν σε γυναίκες για την ενσάρκωση των γυναικείων ρόλων. Μετά το 1708 το μπαλέτο έγινε προσιτό και στο ευρύτερο κοινό με παραστάσεις που δίνονταν σε θέατρα από άντρες και γυναίκες χορευτές.

Η «απελευθέρωση» του μπαλέτου από την Αυλή σηματοδότησε ριζικές αλλαγές στον χορό. Καθιερώθηκαν οι πέντε κλασσικές θέσεις των πελμάτων, που θέτουν τα θεμέλια για την στάση του σώματος και τις κινήσεις του χορευτή και οι χορευτικές στολές οι οποίες μέχρι τότε ήταν υπερφορτωμένες με διακοσμήσεις, μακριές φούστες και ψηλοτάκουνα παπούτσια, σχεδιάστηκαν από την αρχή έτσι ώστε να επιτρέπουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
Οι άντρες άρχισαν να φορούν κολάν, ενώ οι γυναίκες φορούσαν φούστες με μήκος κάτω από το γόνατο και κολάν. Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια αντικαταστάθηκαν από παπούτσια χωρίς τακούνι, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως τα πρώτα παπούτσια «μπαλαρίνες».

Τον 18ο αιώνα τέθηκαν για πρώτη φορά οι βασικές αρχές του ballet d’action, από τον Jean Georges Noverre. Έτσι οι παραστάσεις άρχισαν να θυμίζουν θεατρικά έργα, με τους χορευτές να ερμηνεύουν ρόλους παρουσιάζοντας μία ιστορία (συνήθως από την μυθολογία), με μουσική συνοδεία και σκηνικά.

Ακολούθησε η «Ρομαντική περίοδος» του μπαλέτου, κατά την οποία διέπρεψαν κυρίως γυναίκες χορεύτριες (prima ballerina), ενώ οι άντρες αναλάμβαναν «βοηθητικό» ρόλο. Τα μυθολογικά θέματα αντικαταστάθηκαν από ιστορίες αγάπης και παραμύθια, ενώ οι χορευτές άρχισαν να χορεύουν για πρώτη φορά sur les pointes (στις μύτες). Εκείνη την περίοδο εμφανίστηκαν και οι πρώτες tutu (κοντές φούστες από τούλι) που ελευθέρωναν ολόκληρα τα πόδια.

Μετά το 1850 το μπαλέτο άρχισε να φθίνει με τα κοστούμια και τις χορογραφίες να έχουν γίνει στερεότυπα και αδιάφορα.
Η αναγέννηση του μπαλέτου ξεκίνησε στην Ρωσία 25 χρόνια αργότερα με την παραγωγή αθάνατων θεατρικών παραστάσεων, όπως «Η Λίμνη των Κύκνων» και «ο Καρυοθραύστης» και την εμφάνιση καινούριων ταλέντων. Σύντομα, το μπαλέτο εξαπλώθηκε στην Αγγλία και στην Αμερική και σε άλλες χώρες, όπου εξελίχθηκε περαιτέρω, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι 8 γνωστές σχολές ή μέθοδοι τεχνικής του μπαλέτου.

Περισσότερα για το σύστημα Vaganova 

Το μπαλέτο κατηγοριοποιείται σε διάφορες σχολές τεχνικής, ή αλλιώς εκπαιδευτικές μεθόδους, οι οποίες αντιπροσωπεύουν την ιστορική εξέλιξη του μπαλέτου. Υπάρχουν οχτώ στιλ εκπαίδευσης στο κλασσικό μπαλέτο: το Ιταλικό (μέθοδος Cecchetti), το Ρώσικο (μέθοδος Vaganova), το Γαλλικό, το Αγγλικό (Royal Academy of Dance και Royal School of Ballet), το Δανέζικο (μέθοδος Bournonville), το Κουβανέζικο (μέθοδος της Alicia Alonso), και το Αμερικάνικο (μέθοδος Balanchine).

Στην Ελλάδα, διδάσκονται ευρέως η Γαλλική μέθοδος, η σχολή Vaganova (Ρωσία), και η μέθοδος Royal Academy of Dance (Αγγλία), ενώ οι υπόλοιπες μέθοδοι δεν χρησιμοποιούνται.

Οι τεχνικές που εντοπίζονται στο κλασσικό μπαλέτο δημιούργησαν τις βάσεις για πολλά άλλα είδη χορού όπως είναι το hip-hop, η jazz, το μοντέρνο και το σύγχρονο μπαλέτο.

Το Ρώσικο μπαλέτο γεννήθηκε στην Ρωσία και ο αρχικά εξυπηρετούσε ως ψυχαγωγικό μέσο στο παλάτι. Τον 19ο αιώνα έγιναν οι πρώτες παραστάσεις σε θέατρα, που ήταν ανοιχτές και στο κοινό. Στο θέατρο υπήρχε ένα ειδικό τμήμα, το rayok, ή «η γαλαρία του παραδείσου», που αποτελούνταν από απλά ξύλινα παγκάκια. Με αυτόν τον τρόπο δινόταν η ευκαιρία και σε φτωχούς ανθρώπου να έχουν πρόσβαση στο μπαλέτο, καθώς τα εισιτήρια για αυτό το τμήμα του θεάτρου δεν κόστιζαν ακριβά. 

Το Ρώσικο μπαλέτο αποτελείται από πολλές διαφορετικές μεθόδους τεχνικής, η πιο διαδεδομένη από της οποίες είναι η μέθοδος Vaganova, η οποία πήρε το όνομά της από την διάσημη χορεύτρια και δασκάλα, Agrippina Vaganova.
Ως δασκάλα χορού, η Vaganova ανέπτυξε την δική της εκπαιδευτική μέθοδο για το κλασσικό μπαλέτο, συνδυάζοντας στοιχεία από το Γαλλικό, το Ιταλικό, και άλλα είδη μπαλέτου με επιρροές που δέχτηκε από άλλους Ρώσους δασκάλους και χορευτές. Η μέθοδός της έγινε παγκοσμίως γνωστή ως «η μέθοδος Vaganova», καθιστώντας την διευθύντρια της σχολής και δίνοντάς της την ευκαιρία να διδάξει μερικούς από τους ποιο διάσημους χορευτές.

Η μέθοδος Vaganova είναι απαιτητική σε θέματα τεχνικής, και πολύ εντυπωσιακή, με ένα ακριβές σύστημα διδασκαλίας. Μερικοί από τους πιο βασικούς στόχους της μεθόδου είναι η ενδυνάμωση της μέσης και η πλαστικότητα των χεριών, και την απαιτούμενη δύναμη, ευλυγισία και αντοχή για το μπαλέτο.

Οι χορευτές εκτελούν όλες τις κινήσεις με μία ιδιαίτερη άνεση, ή οποία πηγάζει από τις απαλές κινήσεις των χεριών που αντισταθμίζουν τις «ρομποτικές» κινήσεις των ποδιών. Οι κινήσεις των χεριών δίνουν στους χορευτές μια αιθέρια αίσθηση, σαν να αψηφούν την βαρύτητα. Πολλές κινήσεις της μεθόδου Vaganova απαιτούν να παραμείνει ο χορευτής στον αέρα όσο το δυνατόν περισσότερα για να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της αιώρησης, κάτι που απαιτεί μεγάλη ευλυγισία και έκταση.

Τα χέρια και τα πόδια φαίνονται μακρύτερα από το τέντωμα και τις γραμμές που δημιουργεί η πόζα. Οι χορευτές καλούνται να ισορροπούν σε απαιτητικές πόζες για μεγάλα χρονικά διαστήματα, οι στροφές μπορεί να διαρκέσουν για αρκετά λεπτά και τα άλματα γίνονται πιο ψηλά από οποιαδήποτε άλλη μέθοδο. Μεγάλη έμφαση δίνεται στη δυνατότητα του χορευτή να παρουσιάσει ένα κλασσικό pas de deux, και στις ικανότητες που χρειάζεται για να εκτελέσει ένα τέτοιο κομμάτι.

Οι παιδαγωγοί που χρησιμοποιούν αυτή τη μέθοδο διδασκαλίας επικεντρώνει την προσοχή της στην ακρίβεια της διδασκαλίας, ιδίως όσον αφορά στον χρόνο που πρέπει ένας μαθητής να διδαχθεί κάτι, στην διάρκεια της διδασκαλίας, καθώς και σε ποια ποσότητα θα πρέπει να το διδαχθεί.

Η σχολή Vaganova χαρακτηρίζεται από καθαρές και ακριβείς κινήσεις, που εκφράζουν όμορφες, καθαρές και απαλές γραμμές.

Στη σχολή Vaganova οι ασκήσεις κάθε επιπέδου δεν καθορίζονται με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιείται από την Βασιλική Ακαδημία Χορού (RAD ) ή από την σχολή Cecchetti. Κάθε δάσκαλος χορογραφεί την τάξη του σύμφωνα με τις οδηγίες που του έχουν δοθεί, και αυτήν την χορογραφία εκτελούν οι μαθητές στις εξετάσεις. 

Η δομή ενός μαθήματος Μπαλέτου 

Ένα μάθημα μπαλέτου διαιρείται σε τέσσερα στάδια. Το μάθημα αρχίζει με αργές, ελεγχόμενες ασκήσεις και σταδιακά προχωρά σε πιο γρήγορες κινήσεις που απαιτούν περισσότερη ενέργεια.
Τα τέσσερα στάδια του μαθήματος είναι τα ακόλουθα:

Ασκήσεις στην μπάρα (barre)

Η μπάρα είναι ένας μακρύς, ξύλινος, κυλινδρικός στύλος, που στηρίζεται πάνω στον τοίχο παράλληλα με το πάτωμα. Χρησιμεύει στο να στηρίζονται οι χορευτές κατά τη διάρκεια των αρχικών ασκήσεων. Οι χορευτές στέκονται με το πλάι δίπλα στην μπάρα, και την κρατούν με το ένα χέρι εξασκώντας την μία μόνο πλευρά του σώματός τους. Έπειτα γυρίζουν από την άλλη μεριά για να επαναλάβουν τις ασκήσεις στην άλλη πλευρά. Είναι πολύ σημαντικό να ξεκινά το μάθημα με πιο απλές και αργές ασκήσεις, και όχι με πιο γρήγορες και δύσκολες ασκήσεις, έτσι ώστε να προθερμαίνεται σωστά ο μαθητής για την αποφυγή τραυματισμών κατά τη διάρκεια του μαθήματος.

Μερικές από τις βασικές ασκήσεις στο πρώτο στάδιο του μαθήματος είναι:

Το plié: απαλό λύγισμα των γονάτων.

Το battement tendu: άσκηση διάτασης.

Το rond de jamb a terre: κυκλική κίνηση του ποδιού στο πάτωμα.

Το battement en cloche: η αιώρηση του ποδιού στο πλάι (ανύψωση και επαναφορά).

Η κεντρική εξάσκηση

Μετά την μπάρα, οι μαθητές μετακινούνται στο κέντρο της αίθουσας. Εκεί εκτελούν παρόμοιες ασκήσεις με αυτές που έκαναν στο προηγούμενο στάδιο του μαθήματος, χωρίς την στήριξη της μπάρας, ενώ εξασκούνται και στις στροφές και στις πιρουέτες.
Μερικές από τις βασικές ασκήσεις στο δεύτερο στάδιο του μαθήματος είναι:

Οι ασκήσεις που έκαναν στην μπάρα.

Το port de bras: γεμάτη χάρη, κάθετη κίνηση των χεριών.

Το grand battement: κάθετη ανύψωση και επαναφορά του ποδιού στο έδαφος.

Το Adage

Το τρίτο στάδιο του μαθήματος περιλαμβάνει αργές και συγκρατημένες κινήσεις, ώστε να βελτιώσει ο μαθητής το στήσιμο και τις γραμμές του σώματός του και να δοκιμάσει την ισορροπία του.

Μερικές από τις βασικές ασκήσεις στο τρίτο στάδιο του μαθήματος είναι:

Το arabesque: πόζα κατά την οποία ο μαθητής έχει ανυψώσει το ένα πόδι προς τα πίσω, διατηρώντας τον κορμό του ίσιο.

Το developpé: ανύψωση του ποδιού προς το πλάι, που ξεκινά από το γόνατο.

Το Allegro

Στο στάδιο του allegro εισάγονται τα άλματα. Τα άλματα στο μπαλέτο χωρίζονται σε τρία είδη: τα petit allegro (μικρά άλματα), τα middle allegro (μέτρια άλματα) και τα grand allegro (μεγάλα άλματα).
Μερικές από τις βασικές ασκήσεις στο τέταρτο στάδιο του μαθήματος είναι:

Για τα petit allegro:

Το sauté: άλμα που γίνεται με τα πόδια σε επαφή με το έδαφος και προσγειώνεται στα δύο πόδια.

Το petit assemblé: άλμα που γίνεται με το ένα πόδι σε επαφή με το έδαφος και προσγειώνεται στα δύο πόδια τα οποία ενώνονται στον αέρα.

Για τα grand allegro:

Το grand jeté – μεγάλο άλμα από το ένα πόδι στο άλλο.Το μάθημα ολοκληρώνεται με το reverence, μία συμβολική υπόκλιση με την οποία οι μαθητές ευχαριστούν και αναγνωρίζουν την προσφορά του δασκάλου τους και του πιανίστα (αν υπάρχει).